Ρύπανsea και Ανθρώπινα Συμπτώματα

Δήμητρα Μουλιού
15 Ιουλίου, 2025

Σε προηγούμενο άρθρο σχολιάστηκε μια ενδιαφέρουσα οπτική για την θαλάσσια ρύπανση και την βιοχημική ανισορροπία του υδάτινου οικοσυστήματος. Στο εν λόγω άρθρο αναφέρθηκαν τα πιο κοινά αίτια της ρύπανσης ως «οι πετρελαιοκηλίδες και τα απορρίμματα καύσης ορυκτών καυσίμων, τα μικροπλαστικά, τα βαρέα μέταλλα και τα ραδιενεργά στοιχεία, τα αστικά και βιομηχανικά απόβλητα, ο θόρυβος, τα τοξικά χημικά, τα λιπάσματα, οι μηχανικές καταστροφές του υδάτινου οικοσυστήματος, καθώς και η θερμική και η χημικοβιολογική ρύπανση (θαλάσσια μόλυνση)».

 

Ρύπανsea & Ανθρώπινη Υγεία: η Δράση και η Αντίδραση

H θάλασσα μπορεί να έχει υψηλό μικροβιακό φορτίο σε πολλές περιπτώσεις ρύπανσης –γεγονός επιζήμιο για την υγεία του ανθρώπου. Ενδεικτικά, δείκτες κοπρανώδους ρύπανσης ίσως είναι ορισμένα εντερικά βακτήρια (π.χ. Escherichia coli –ίσως ο πιο κοινός βιοδείκτης θαλάσσιας μόλυνσης, Enterococcus spp., Shigella spp., Norovirus, κ.α.), δυνητικά επιβλαβή για την ανθρώπινη υγεία συνήθως με γαστρεντερολογικής φύσεως συμπτωματολογία. Η κατανάλωση μολυσμένων οστρακοειδών μπορεί να προκαλέσει σαλμονέλα (Salmonella spp.) ενώ το μολυσμένο πόσιμο νερό μπορεί να προκαλέσει χολέρα (Vibrio Cholerae). Τόσο το μολυσμένο νερό (κατάποση/κολύμβηση) όσο και τα μολυσμένα οστρακοειδή μπορούν να προκαλέσουν ηπατίτιδα (Hepatitis A virus). Λοιμώξεις του γαστρεντερικού και του αναπνευστικού είναι πιθανές δια του μολυσμένου θαλασσινού/πόσιμου νερού (Adenovirus), όπως επίσης και η ευκαιριακή σηψαιμία (Vibrio vulnificus).

 

 

 

Από την άλλη, ο ευτροφισμός και η αυξημένη θερμοκρασία της θάλασσας, εκτός της εύνοιας στο μικροβιακό φορτίο, προάγουν την υπερανάπτυξη ορισμένων ειδών φυτοπλαγκτού, τα οποία παράγουν τοξίνες επιβλαβείς για το περιβάλλον και τον άνθρωπο. Τέτοιες τοξίνες είναι επικίνδυνες για την θαλάσσια πανίδα –ιδίως τα οστρακοειδή- και είναι δυνατό να μεταφερθούν στον ανθρώπινο οργανισμό κυρίως μέσα από την κατανάλωση μολυσμένου νερού και θαλασσινών αλλά και την κολύμβηση. Οι εν λόγω τοξίνες μπορούν να έχουν νευροτοξική ή/και ηπατοτοξική δράση, ή/και να πυροδοτήσουν/χειροτερεύσουν μια ποικιλία χρονίων διαταραχών –ακόμη και καρκίνο. Παραδείγματος χάριν, το δομοϊκό οξύ, ισχυρή νευροτοξίνη που προκαλεί αμνησιακή δηλητηρίαση στα οστρακοειδή, εντοπίστηκε και δημοσιεύτηκε πρώτη φορά για την Ελλάδα προ εικοσαετίας. 

Τα απόβλητα που περιέχουν φαρμακευτικά προϊόντα ή/και κατάλοιπά τους ίσως είναι επιβλαβή, με χαρακτηριστικά τα αντιβιοτικά, όπου μπορούν να αλλάξουν το ανθρώπινο μικροβίωμα καθιστώντας δύσκολη την αντιμετώπιση λοιμώξεων. Άλλα φαρμακευτικά απόβλητα μπορεί να έχουν πιο εξειδικευμένες συνέπειες, όπως οι ορμόνες ως προς το ενδοκρινικό σύστημα ή τα ψυχοδραστικά ως προς το νευρικό σύστημα. Πολλά φάρμακα ωστόσο τείνουν να είναι επιβλαβή για το ήπαρ, ενώ η έκθεση σε πολλαπλά φαρμακευτικά κατάλοιπα αυξάνει συσσωρευτικούς κινδύνους μη προβλέψιμους από μεμονωμένες δόσεις.

Επίσης, τα πετρελαιοειδή δεν είναι αθώα αν και ορισμένα παράγωγά τους αποσυντίθενται μερικώς στο θαλασσινό νερό –που ακόμη και αυτά δύνανται να είναι επιβλαβή. Το βενζόλιο μπορεί να προκαλέσει λευχαιμία ενώ και οι πολυκυκλικοί αρωματικοί υδρογονάνθρακες (PAHs) έχουν καρκινογόνο δράση. Το τολουόλιο είναι νευροτοξικό, τα ξυλόλια ίσως επηρεάσουν την καρδιαγγειακή λειτουργία αλλά και οι ναφθαλίνες πυροδοτούν το οξειδωτικό στρες στα κύτταρα, το οποίο ενισχύεται και από σωματίδια αιθάλης που ενδεχομένως φέρουν βαρέα μέταλλα και PAHs.

Τα βαρέα μέταλλα είναι τοξικά για τον άνθρωπο. Ο υδράργυρος ειδικά όταν μεθυλιωθεί μπορεί να διασχίσει τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και να προκαλέσει βλάβες στο νευρικό σύστημα. Ο μόλυβδος κρίνεται να παρεμβαίνει και να αναστέλλει τη σύνθεση αιμοσφαιρίνης, προκαλώντας αναιμία, αιμόλυση, και εγκεφαλικές και άλλες διαταραχές. Το κάδμιο είναι νεφροτοξικό και ίσως επηρεάζει την οστική πυκνότητα. Το χρώμιο και το αρσενικό έχουν καρκινογόνο δράση ειδικά ως προς το αναπνευστικό σύστημα και ίσως έχουν συνέπειες δερματολογικής φύσεως. Το νικέλιο, το σελήνιο, ο χαλκός, ο ψευδάργυρος, το μαγγάνιο και άλλα βαρέα μέταλλα μπορούν να ευθύνονται για ποικίλα συμπτώματα ως ένδειξη διαταραχής/επιδείνωσης της υποκείμενης κατάστασης υγείας του ανθρώπου.

Τα νιτρικά των λιπασμάτων προκαλούν έμμεσα μεθαιμοσφαιριναιμία και ευθύνονται για το σύνδρομο του μπλε μωρού, ενώ το DDT και η γλυφοσάτη θεωρούνται αρκετά καρκινογόνες χημικές ουσίες. Το χλωροπυριφός έχει νευροτοξική δράση, ορισμένα μυκητοκτόνα έχουν συνδεθεί με μεταλλάξεις και καρκινογενέσεις, και κάποια άλλα λιπάσματα/ζιζανιοκτόνα/φυτοφάρματα ίσως επηρεάζουν το ενδοκρινικό σύστημα και την ορμονική ισορροπία του ανθρώπου.

Φυσικά, μεταλλάξεις και καρκινογενέσεις προκαλούν και τα ραδιενεργά υλικά και τα στοιχεία, μερικά μπορεί να είναι νεφροτοξικά ή/και νευροτοξικά ή τοξικά για το καρδιαγγειακό ή/και το αναπνευστικό σύστημα, ενώ ορισμένα προκαλούν διαταραχές και στο ενδοκρινικό σύστημα, με αντίστοιχες εκδηλώσεις.

 

 

Tέλος, τα μικροπλαστικά και τα νανοπλαστικά μπορούν να συσσωρευθούν στον οργανισμό μέσα από χρόνια έκθεση και να προκαλέσουν ποικίλες διαταραχές αναλόγως τη χημεία, το σχήμα και το μέγεθός τους και τον τρόπο εισόδου στον ανθρώπινο οργανισμό (θαλασσινά τρόφιμα, πόσιμο νερό, κολύμβηση). Αν και το PVC είναι ευρέως χρησιμοποιούμενο, είναι ίσως από τα πιο επικίνδυνα πλαστικά, επειδή μπορεί να απελευθερώσει επικίνδυνες ουσίες όπως οι διοξίνες και ο μόλυβδος, που μάλλον συνδέονται με ποικίλες διαταραχές συμπεριλαμβανομένων των αναπτυξιακών ή/και των ορμονικών διαταραχών, ενώ έχουν και καρκινογόνο δράση. Αν και αμφιλεγόμενη, η έκθεση σε δισφαινόλη Α μπορεί να προκαλέσει υπογονιμότητα, παχυσαρκία, διαβήτη τύπου 2, νευρολογικές διαταραχές και καρκίνο. Πιθανά καρκινογόνα είναι και τα πολυχλωριωμένα διφαινύλια, ενώ σε γενικές γραμμές διάφορα μικροπλαστικά και νανοπλαστικά μπορούν να πυροδοτήσουν ή/και να χειροτερέψουν διάφορες διαταραχές υγείας.

 

Συμπτώματα και Σημεία υπό Όρους

Σε αυτό το σημείο, θα πρέπει να συζητηθούν ορισμένα σημεία αναφορικά με τα πιθανά ανθρώπινα συμπτώματα των μορφών της θαλάσσιας ρύπανσης. Αρχικά, ίσως, μικροποσότητες κάποιου τοξικού/επιβλαβή παράγοντα για τον άνθρωπο να μην είναι απαραίτητα και τοξικές/επιβλαβείς για άλλους οργανισμούς, και το αντίστροφο. Ωστόσο, από βιοχημικής άποψης, οτιδήποτε μπορεί να είναι τοξικό και να προκαλέσει θάνατο, αν χορηγηθεί και απορροφηθεί σε πολύ μεγάλες ποσότητες, και η τοξικότητα καθορίζει την σοβαρότητα των επερχόμενων βλαβών -αναλόγως και της εισερχόμενης στον οργανισμό ποσότητας. Βέβαια, στην περίπτωση της θάλασσας, ορισμένοι ρυπαντές ίσως έχουν διαφορετική ισχύ στην ανθρώπινη υγεία ανά τις εποχές, τον καιρό, τη βιοσυσσώρευση, τη βιομεγέθυνση, κ.α.. Από την άλλη, εκτός της δόσης, σημαντική είναι και η ικανότητα αποτοξίνωσης ενός οργανισμού, η οποία επηρεάζεται από την υποκείμενη κατάστασή του –ηλικία, γένωμα, κ.α.- και το πόσο αποτελεσματικά μπορεί να αποτοξινώσει μια ουσία.

 

 

Επιπλέον, ο τρόπος έκθεσης είναι καθοριστικός∙ η επαφή μέσω κατανάλωσης θαλασσινών ή ποσίμου νερού, εισπνοής ή επιδερμίδας επηρεάζει τη βιοδιαθεσιμότητα, συνεπώς τη σοβαρότητα των επιπτώσεων. Ενδεχομένως μεγαλύτερες πιθανότητες μόλυνσης να έχουν άτομα που κολυμπούν σε μολυσμένη θάλασσα ενώ έχουν ανοιχτές πληγές στο δέρμα ή πίνουν μολυσμένο νερό έχοντας στοματικές πληγές. Έπειτα, η βιοσυσσώρευση και η βιομεγέθυνση αυξάνονται σε ανώτερα τροφικά επίπεδα, πολλαπλασιάζοντας τον κίνδυνο για τους κορυφαίους μιας τροφικής αλυσίδας. Ακόμη, η διάρκεια έκθεσης -οξεία ή χρόνια-, επηρεάζει τον τύπο και τη σοβαρότητα των επιπτώσεων, καθώς σε μικροποσότητες χρονίων εκθέσεων μπορούν να είναι επικίνδυνες. Τέλος, η συνύπαρξη και οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ ποικίλων χημικών ουσιών δύνανται να προκαλέσουν συνεργιστική τοξικότητα με πιο έντονα ή απρόβλεπτα αποτελέσματα από ότι οι μεμονωμένες εκθέσεις.

Σε κάθε περίπτωση, τα πιθανά συμπτώματα και οι επιπτώσεις στην υγεία θα πρέπει να αξιολογούνται αποκλειστικά από τον θεράποντα ιατρό, ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και την κατάσταση του κάθε ατόμου.

 

 

*Οι εικόνες δημιουργήθηκαν με την βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ BIBΛIOΓΡΑΦΙΑ

Landrigan, P. J., Stegeman, J. J., Fleming, L. E., Allemand, D., Anderson, D. M., Backer, L. C., Brucker-Davis, F., Chevalier, N., Corra, L., Czerucka, D., Bottein, M.-Y. D., Demeneix, B., Depledge, M., Deheyn, D. D., Dorman, C. J., Fénichel, P., Fisher, S., Gaill, F., Galgani, F., … Rampal, P. (χ.χ.). Human health and ocean pollution. Annals of Global Health86(1), 151. https://doi.org/10.5334/aogh.2831

Pougnet, R., Pougnet, L., Allio, I., Lucas, D., Dewitte, J.-D., & Loddé, B. (2018). Maritime environment health risks related to pathogenic microorganisms in seawater. International Maritime Health69(1), 35–45. https://doi.org/10.5603/IMH.2018.0006

Sana, S. S., Dogiparthi, L. K., Gangadhar, L., Chakravorty, A., & Abhishek, N. (2020). Effects of microplastics and nanoplastics on marine environment and human health. Environmental Science and Pollution Research27(36), 44743–44756. https://doi.org/10.1007/s11356-020-10573-x

 

 

Για υποστήριξη σε φοιτητικές εργασίες, δημοσιεύσεις σε επιστημονικά περιοδικά, στατιστική ανάλυση δεδομένων, σχεδιασμό έρευνας, επαγγελματικές παρουσιάσεις ppt/poster, σημειώσεις μαθημάτων, αρθρογραφία – κείμενα ιστοσελίδας, επιμέλεια κειμένων, μεταφράσεις κειμένων και σύνταξη βιογραφικούcontact ACADEMON